Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beeindrucken
01
εντυπωσιάζω, αφήνω εντύπωση
Bei jemandem einen starken Eindruck hinterlassen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
eindrucken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beeindrucke
γ΄ ενικό πρόσωπο
beeindruckt
ενεστώτα μετοχή
beeindruckend
απλός αόριστος
beeindruckte
παθητική μετοχή
beeindruckt
Παραδείγματα
Seine Bescheidenheit beeindruckte mich am meisten.
Η ταπεινότητα του με ενθουσίασε περισσότερο.



























