Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
auslegen
[past form: legte aus]
01
ερμηνεύω, εξηγώ
Einen Text, eine Regel oder eine Aussage erklären oder interpretieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
legen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lege aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
legt aus
ενεστώτα μετοχή
auslegend
απλός αόριστος
legte aus
παθητική μετοχή
ausgelegt
Παραδείγματα
Der Professor legte das Gedicht symbolisch aus.
Ο καθηγητής ερμήνευσε το ποίημα συμβολικά.



























