auslegen
Pronunciation
/ˈaʊ̯sˌleːɡn̩/

Ορισμός και σημασία του "auslegen"στα γερμανικά

auslegen
01

ερμηνεύω, εξηγώ

Einen Text, eine Regel oder eine Aussage erklären oder interpretieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
legen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lege aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
legt aus
ενεστώτα μετοχή
auslegend
απλός αόριστος
legte aus
παθητική μετοχή
ausgelegt
Παραδείγματα
Der Professor legte das Gedicht symbolisch aus.
Ο καθηγητής ερμήνευσε το ποίημα συμβολικά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store