Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
absolvieren
[past form: absolvierte]
01
ολοκληρώνω, τελειώνω
Etwas erfolgreich beenden, besonders eine Prüfung oder Ausbildung
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
absolviere
γ΄ ενικό πρόσωπο
absolviert
ενεστώτα μετοχή
absolvierend
απλός αόριστος
absolvierte
παθητική μετοχή
absolviert
Παραδείγματα
Ich habe gerade mein Praktikum absolviert.
Μόλις absolvieren την πρακτική μου.



























