Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abstellen
01
αφήνω, τοποθετώ
Etwas an einen Ort stellen und dort lassen
Παραδείγματα
Wir dürfen das Auto dort nicht abstellen.
Δεν μπορούμε να παρκάρουμε το αυτοκίνητο εκεί.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αφήνω, τοποθετώ