Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abstellen
01
αφήνω, τοποθετώ
Etwas an einen Ort stellen und dort lassen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
stellen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stelle ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
stellt ab
ενεστώτα μετοχή
abstellend
απλός αόριστος
stellte ab
παθητική μετοχή
abgestellt
Παραδείγματα
Ich stelle die Tasche kurz ab.
Αφήνω την τσάντα για λίγο.



























