schraubenzieherschwiegereltern
από 11
schraubenzieherschwiegereltern
schraubenzieher[n]

κατσαβίδι,κατσαβίδι

schreck[n]

τρόμος,ξαφνικός φόβος

schrecken[n]

τρόμος,φόβος

schrecklich[adj][adv]

τρομερός,φρικτός • τρομερά,φρικτά

schreiben[v][n]

γράφω,συντάσσω • επιστολή,γραπτό

schreibtisch[n]

γραφείο,τραπέζι εργασίας

schreien[v]

φωνάζω

schrift[n]

γράψιμο,χαρακτήρες

schriftlich[adj]

γραπτός,σε γραπτή μορφή

schriftsatz[n]
schriftsprache[n]
schriftsteller[n]

συγγραφέας,συντάκτης

schriftverkehr[n]

γραπτή αλληλογραφία,ανταλλαγή γραπτών εγγράφων

schritt[n]

βήμα,σκαλοπάτι

schrittweise[adv]
schrott[n]
schrullig[adj]
schublade[n]

συρτάρι,συρτάρι

schüchtern[adj]

ντροπαλός,συνεσταλμένος

schüchternheit[n]

ντροπαλότητα,συγκράτηση

schuften[v]

δουλεύω σκληρά,κοπιάζω

schuh[n]

παπούτσι,υπόδημα

schuhwerk[n]

υποδήματα,σύνολο παπουτσιών

schulabbrecher[n]
schulabgänger[n]

απόφοιτος σχολείου,αποχωρών από το σχολείο

schulabschluss[n]
schulanfänger[n]
schulangebot[n]
schularbeit[n]
schulbildung[n]
schuld[n][adj]

ενοχή,ευθύνη • ένοχος,υπεύθυνος

schulden[n][v]

χρέη,χρέη • χρωστώ,οφείλω

schuldenfalle[n]

παγίδα του χρέους,παγίδα χρέους

schuldgefühl[n]

αίσθημα ενοχής,μετάνοια

schuldig[adj]

ένοχος,υπεύθυνος

schuldner[n]

οφειλέτης,υποχρεωμένος

schule[n]

σχολείο,εκπαιδευτικό ίδρυμα

schulen[v]
schüler[n]

μαθητής,σχολικός

schulkultur[n]
schulmedizin[n]

συμβατική ιατρική,ακαδημαϊκή ιατρική

schulschwänzer[n]
schulsystem[n]
schultag[n]
schultasche[n]
schulter[n]

ώμος,ώμος

schultertasche[n]
schulunterricht[n]
schuppe[n]
schürze[n]

ποδιά,μπαβέτ

schüssel[n]

μπολ,γαβάθα

schutt[n]
schüttelfrost[n]
schütteln[v]

κουνώ,ταρακουνώ

schutz[n]

προστασία,προφύλαξη

schutzanzug[n]
schutzbrille[n]
schützen[v]
schutzgebiet[n]
schutzhelm[n]
schutzkleidung[n]
schutzschicht[n]
schwach[adj]

αδύναμος,ασθενής

schwäche[n]

αδυναμία,ασθένεια

schwager[n]

κουνιάδος,γαμπρός

schwägerin[n]

κουνιάδα,κουνιάδα

schwalbe[n]

χελιδόνι,σταχτοχελίδονο

schwamm[n]

σφουγγάρι,σφουγγάρι

schwammerl[n]
schwan[n]

κύκνος,άσπρος κύκνος

schwanger[adj]

έγκυος,σε κατάσταση εγκυμοσύνης

schwangerschaft[n]

κύηση,εγκυμοσύνη

schwanken[v]

ταλαντεύομαι,κλυδωνίζομαι

schwankung[n]

διακύμανση,μεταβλητότητα

schwanz[n]

ουρά,ουρά

schwarm[n]
schwarz[adj]

μαύρος,μαύρη

schwarzhaarig[adj]
schwarzwurzel[n]
schweden[n]

Σουηδία,Σουηδία

schweifen[v]
schweigen[v]

σιωπώ,διατηρώ σιωπή

schwein[n]

γουρούνι,χοίρος

schwein haben[phrase]
schweinefleisch[n]

χοιρινό κρέας,χοιρινό

schweiß[n]

ιδρώτας,εφίδρωση

schweißer[n]

συγκολλητής,συγκολλήτρια

schweiz[n]

Ελβετία,Ελβετική Συνομοσπονδία

schweizer[n]

Ελβετός,Ελβετός

schweizerdeutsch[adj]
schweizerisch[adj]

ελβετικός,σχετικός με την Ελβετία

schwellung[n]
schwer[adj]

δύσκολος,επίπονος

schwerelosigkeit[n]
schwerkraft[n]
schwerpunkt[n]

κύριο σημείο,κέντρο προσοχής

schwertfisch[n]

ξιφίας,σπαθόψαρο

schwertun[v]

δυσκολεύομαι,παλεύω

schwester[n]

αδελφή,αδελφή

schwiegereltern[n]

πεθερικά,γονείς του συζύγου

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή