Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schwach
[comparative form: schwächer][superlative form: schwächste-]
01
αδύναμος, ασθενής
Mit wenig Kraft oder Energie
Παραδείγματα
Seine Stimme war schwach und leise.
Η φωνή του ήταν αδύναμη και ήσυχη.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αδύναμος, ασθενής