schwach
Pronunciation
/ʃvax/

Ορισμός και σημασία του "schwach"στα γερμανικά

schwach
[comparative form: schwächer][superlative form: schwächste-]
01

αδύναμος, ασθενής

Mit wenig Kraft oder Energie
schwach definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
schwächste-
συγκριτικός βαθμός
schwächer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Seine Stimme war schwach und leise.
Η φωνή του ήταν αδύναμη και ήσυχη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store