der schreibtisch
schreibtisch
ʃʁaɪ̯ptɪʃ
shraiptish

Ορισμός και σημασία του "schreibtisch"στα γερμανικά

Der Schreibtisch
01

γραφείο, τραπέζι εργασίας

Ein Tisch zum Schreiben oder Arbeiten 
der Schreibtisch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Schreibtisch(e)s
πληθυντικός τύπος
Schreibtische
Παραδείγματα
Der Schreibtisch ist groß. 

Το γραφείο είναι μεγάλο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store