Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Schreibtisch
01
γραφείο, τραπέζι εργασίας
Ein Tisch zum Schreiben oder Arbeiten
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Schreibtische
γενική πτώση
Schreibtisch(e)s
Παραδείγματα
Der Schreibtisch ist groß.
Το γραφείο είναι μεγάλο.
LanGeek



























