die Schwankung

Ορισμός και σημασία του "schwankung"στα γερμανικά

Die Schwankung
[gender: feminine]
01

διακύμανση, μεταβλητότητα

Eine Veränderung, die oft hin und her geht
example
Παραδείγματα
Die Schwankung des Wechselkurses ist stark.
Η διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας είναι ισχυρή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store