die schwankung
schwan
ˈʃvan
shvan
kung
kʊng
koong

Ορισμός και σημασία του "schwankung"στα γερμανικά

Die Schwankung
01

διακύμανση, μεταβλητότητα

Eine Veränderung, die oft hin und her geht 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Schwankungen
γενική πτώση
Schwankung
Παραδείγματα
Die Schwankung der Preise ist groß. 

Η διακύμανση των τιμών είναι μεγάλη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store