Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Schwankung
[gender: feminine]
01
διακύμανση, μεταβλητότητα
Eine Veränderung, die oft hin und her geht
Παραδείγματα
Die Schwankung des Wechselkurses ist stark.
Η διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας είναι ισχυρή.


























