Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Schüler
[gender: masculine]
01
μαθητής, σχολικός
Ein Kind oder Jugendlicher, das/die eine Schule besucht
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Schülers
πληθυντικός τύπος
Schüler
Παραδείγματα
Schüler brauchen Bücher.
Οι μαθητές χρειάζονται βιβλία.



























