der schüler
schüler
ʃy:lɐ
shyl

Ορισμός και σημασία του "schüler"στα γερμανικά

01

μαθητής, σχολικός

Ein Kind oder Jugendlicher, das/die eine Schule besucht 
der Schüler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Schüler
αρσενικό ενικό
Schüler
θηλυκό ενικό
Schülerin
neutral form
Schüler:in
γενική πτώση
Schülers
Παραδείγματα
Der Schüler lernt Deutsch. 

Ο μαθητής μαθαίνει γερμανικά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store