Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Schwerpunkt
[gender: masculine]
01
κύριο σημείο, κέντρο προσοχής
Der wichtigste Punkt oder das Hauptthema, auf das sich etwas konzentriert
Παραδείγματα
Der Schwerpunkt seiner Arbeit liegt auf Kundenservice.
Το κύριο σημείο της εργασίας του επικεντρώνεται στην εξυπηρέτηση πελατών.


























