Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Schwerpunkt
01
κύριο σημείο, κέντρο προσοχής
Der wichtigste Punkt oder das Hauptthema, auf das sich etwas konzentriert
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Schwerpunkt(e)s
πληθυντικός τύπος
Schwerpunkte
Παραδείγματα
Der Schwerpunkt der Forschung liegt auf erneuerbaren Energien.
Το κύριο σημείο της έρευνας επικεντρώνεται στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Λεξικό Δέντρο
schwerpunkt
schwer
punkt



























