der Schwerpunkt
Pronunciation
/ˈʃveːɐ̯ˌpʊŋkt/

Ορισμός και σημασία του "schwerpunkt"στα γερμανικά

Der Schwerpunkt
01

κύριο σημείο, κέντρο προσοχής

Der wichtigste Punkt oder das Hauptthema, auf das sich etwas konzentriert
der Schwerpunkt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Schwerpunkt(e)s
πληθυντικός τύπος
Schwerpunkte
Παραδείγματα
Der Schwerpunkt seiner Arbeit liegt auf Kundenservice.
Το κύριο σημείο της εργασίας του επικεντρώνεται στην εξυπηρέτηση πελατών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store