Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Schweißer
[gender: masculine]
01
συγκολλητής, συγκολλήτρια
eine Fachperson, die Metalle durch Schmelzen miteinander verbindet, um starke Verbindungen herzustellen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Schweißers
πληθυντικός τύπος
Schweißer
Παραδείγματα
Der Schweißer arbeitet in einer großen Werkstatt.
Ο συγκολλητής εργάζεται σε ένα μεγάλο εργαστήριο.



























