exfolier
ex
ɛks
eks
fol
fɔl
fawl
ier
je
ye

Ορισμός και σημασία του "exfolier"στα γαλλικά

exfolier
01

απολέπιση, αφαίρεση νεκρών κυττάρων

éliminer les cellules mortes de la surface de la peau, souvent à l'aide d'un produit ou d'un gommage 
exfolier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
exfolie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
exfolions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
exfolierai
παθητική μετοχή
exfolié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
exfoliions
Παραδείγματα
Elle exfolie son visage deux fois par semaine. 

Αυτή απολέπιζει το πρόσωπό της δύο φορές την εβδομάδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store