Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exfolier
01
απολέπιση, αφαίρεση νεκρών κυττάρων
éliminer les cellules mortes de la surface de la peau, souvent à l'aide d'un produit ou d'un gommage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
exfolie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
exfolions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
exfolierai
παθητική μετοχή
exfolié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
exfoliions
Παραδείγματα
Exfolier le corps avant le bronzage améliore le résultat.
Η εξώθηση του σώματος πριν από το μαύρισμα βελτιώνει το αποτέλεσμα.



























