Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exigeant
01
απαιτητικός, αυστηρός
qui demande beaucoup, qui a des attentes élevées envers soi-même ou les autres
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus exigeant
συγκριτικός βαθμός
plus exigeant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
exigeant
αρσενικό πληθυντικό
exigeants
θηλυκό ενικό
exigeante
θηλυκό πληθυντικό
exigeantes
Παραδείγματα
Leur patron est très exigeant sur la qualité.
Το αφεντικό τους είναι πολύ απαιτητικό ως προς την ποιότητα.



























