Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'exemplaire
01
αντίτυπο, αντίγραφο
chaque unité d'un objet, souvent un livre, une revue ou un document
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
exemplaires
Παραδείγματα
J'ai acheté un exemplaire du nouveau livre.
Αγόρασα ένα αντίτυπο του νέου βιβλίου.



























