Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
excédentaire
01
πλεονάζων, υπερβάλλων
qui dépasse la quantité nécessaire ou prévue, en surplus
Παραδείγματα
Les denrées excédentaires sont redistribuées aux associations.
Τα πλεονάζοντα προϊόντα αναδιανέμονται σε συλλόγους.
02
πρόσθετος, πλεονάζων
qui sert à compléter ou à ajouter à quelque chose
Παραδείγματα
Les repas excédentaires seront distribués aux invités.
Τα πλεονάζοντα γεύματα θα διανεμηθούν στους καλεσμένους.



























