excédentaire
excédentaire
ɛksedɑ̃taɛ̯ʁ
eksedaataer

Ορισμός και σημασία του "excédentaire"στα γαλλικά

excédentaire
01

πλεονάζων, υπερβάλλων

qui dépasse la quantité nécessaire ou prévue, en surplus 
excédentaire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
excédentaire
αρσενικό πληθυντικό
excédentaires
θηλυκό ενικό
excédentaire
θηλυκό πληθυντικό
excédentaires
Παραδείγματα
La production agricole est excédentaire cette année. 

Η γεωργική παραγωγή είναι πλεονάζουσα φέτος.

02

πρόσθετος, πλεονάζων

qui sert à compléter ou à ajouter à quelque chose 
Παραδείγματα
Cette session excédentaire permettra de finir le programme. 

Αυτή η πρόσθετη συνεδρία θα επιτρέψει την ολοκλήρωση του προγράμματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store