Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
excédentaire
01
πλεονάζων, υπερβάλλων
qui dépasse la quantité nécessaire ou prévue, en surplus
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
excédentaire
αρσενικό πληθυντικό
excédentaires
θηλυκό ενικό
excédentaire
θηλυκό πληθυντικό
excédentaires
Παραδείγματα
La production agricole est excédentaire cette année.
Η γεωργική παραγωγή είναι πλεονάζουσα φέτος.
02
πρόσθετος, πλεονάζων
qui sert à compléter ou à ajouter à quelque chose
Παραδείγματα
Cette session excédentaire permettra de finir le programme.
Αυτή η πρόσθετη συνεδρία θα επιτρέψει την ολοκλήρωση του προγράμματος.



























