exercer
ex
ɛg
eg
er
zɛʁ
zer
cer
se
se

Ορισμός και σημασία του "exercer"στα γαλλικά

exercer
01

προπονώ, εκπαιδεύω

faire pratiquer ou répéter une activité pour améliorer les compétences 
exercer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
exerce
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
exerçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
exercerai
ενεστώτα μετοχή
exerçant
παθητική μετοχή
exercé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
exercions
Παραδείγματα
Le coach exerce les joueurs avant le match. 

Ο προπονητής προπονεί τους παίκτες πριν από τον αγώνα.

02

ασκούμαι, προπονούμαι

pratiquer une activité pour s'améliorer ou s'habituer 
exercer definition and meaning
Παραδείγματα
Je m'exerce au piano tous les jours. 

Εξασκούμαι στο πιάνο κάθε μέρα.

03

ασκώ, εφαρμόζω

mettre en pratique une action, un pouvoir ou une activité 
Παραδείγματα
Il exerce son autorité avec sagesse. 

Ασκεί την εξουσία του με σοφία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store