exercer
Pronunciation
/ɛgzɛʀse/

Ορισμός και σημασία του "exercer"στα γαλλικά

exercer
01

προπονώ, εκπαιδεύω

faire pratiquer ou répéter une activité pour améliorer les compétences
exercer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
exerce
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
exerçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
exercerai
ενεστώτα μετοχή
exerçant
παθητική μετοχή
exercé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
exercions
Παραδείγματα
Tu devrais exercer ton chant tous les soirs pour progresser.
Θα πρέπει να ασκείς το τραγούδι σου κάθε βράδυ για να προοδεύσεις.
02

ασκούμαι, προπονούμαι

pratiquer une activité pour s'améliorer ou s'habituer
exercer definition and meaning
Παραδείγματα
Vous devriez vous exercer régulièrement pour garder la forme.
Θα πρέπει να ασκείστε τακτικά για να διατηρήσετε τη φόρμα σας.
03

ασκώ, εφαρμόζω

mettre en pratique une action, un pouvoir ou une activité
Παραδείγματα
Tu devrais exercer tes compétences régulièrement pour t' améliorer.
Θα πρέπει να ασκείς τις δεξιότητές σου τακτικά για να βελτιωθείς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store