Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exercer
01
προπονώ, εκπαιδεύω
faire pratiquer ou répéter une activité pour améliorer les compétences
Παραδείγματα
Tu devrais exercer ton chant tous les soirs pour progresser.
Θα πρέπει να ασκείς το τραγούδι σου κάθε βράδυ για να προοδεύσεις.
02
ασκούμαι, προπονούμαι
pratiquer une activité pour s'améliorer ou s'habituer
Παραδείγματα
Vous devriez vous exercer régulièrement pour garder la forme.
Θα πρέπει να ασκείστε τακτικά για να διατηρήσετε τη φόρμα σας.
03
ασκώ, εφαρμόζω
mettre en pratique une action, un pouvoir ou une activité
Παραδείγματα
Tu devrais exercer tes compétences régulièrement pour t' améliorer.
Θα πρέπει να ασκείς τις δεξιότητές σου τακτικά για να βελτιωθείς.



























