Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exercer
01
προπονώ, εκπαιδεύω
faire pratiquer ou répéter une activité pour améliorer les compétences
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
exerce
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
exerçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
exercerai
ενεστώτα μετοχή
exerçant
παθητική μετοχή
exercé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
exercions
Παραδείγματα
Le coach exerce les joueurs avant le match.
Ο προπονητής προπονεί τους παίκτες πριν από τον αγώνα.
02
ασκούμαι, προπονούμαι
pratiquer une activité pour s'améliorer ou s'habituer
Παραδείγματα
Je m'exerce au piano tous les jours.
Εξασκούμαι στο πιάνο κάθε μέρα.
03
ασκώ, εφαρμόζω
mettre en pratique une action, un pouvoir ou une activité
Παραδείγματα
Il exerce son autorité avec sagesse.
Ασκεί την εξουσία του με σοφία.



























