Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exigeant
01
απαιτητικός, αυστηρός
qui demande beaucoup, qui a des attentes élevées envers soi-même ou les autres
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus exigeant
συγκριτικός βαθμός
plus exigeant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
exigeant
αρσενικό πληθυντικό
exigeants
θηλυκό ενικό
exigeante
θηλυκό πληθυντικό
exigeantes
Παραδείγματα
Le professeur est très exigeant avec ses élèves.
Ο δάσκαλος είναι πολύ απαιτητικός με τους μαθητές του.



























