Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
émettre
01
εκπέμπω, μεταδίδω
diffuser un programme ou un signal sur les ondes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
émets
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
émettons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
émettrai
ενεστώτα μετοχή
émettant
παθητική μετοχή
émis
α΄ πληθυντικό παρατατικού
émettions
Παραδείγματα
La station émet sur plusieurs fréquences.
Ο σταθμός εκπέμπει σε πολλές συχνότητες.
02
εκπέμπω, εκπέμπει
diffuser ou envoyer quelque chose dans l'air ou dans un espace
Παραδείγματα
Les arbres émettent de l' oxygène.
Τα δέντρα εκπέμπουν οξυγόνο.
03
εκδίδω, βγάζω
délivrer officiellement un document, un permis ou un certificat
Παραδείγματα
La mairie émet des permis de construire pour les nouveaux bâtiments.
Το δημαρχείο εκδίδει άδειες οικοδόμησης για τα νέα κτίρια.
04
εκφράζω
exprimer ou présenter une idée, une opinion ou une proposition
Παραδείγματα
Le scientifique émet une hypothèse sur le phénomène observé.
Ο επιστήμονας εκφράζει μια υπόθεση για το παρατηρούμενο φαινόμενο.



























