Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
émettre
01
εκπέμπω, μεταδίδω
diffuser un programme ou un signal sur les ondes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
émets
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
émettons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
émettrai
ενεστώτα μετοχή
émettant
παθητική μετοχή
émis
α΄ πληθυντικό παρατατικού
émettions
Παραδείγματα
La radio émet ses programmes 24 heures sur 24.
Το ραδιόφωνο εκπέμπει τα προγράμματά του 24 ώρες την ημέρα.
02
εκπέμπω, εκπέμπει
diffuser ou envoyer quelque chose dans l'air ou dans un espace
Παραδείγματα
L'usine émet beaucoup de fumée.
Το εργοστάσιο εκπέμπει πολύ καπνό.
03
εκδίδω, βγάζω
délivrer officiellement un document, un permis ou un certificat
Παραδείγματα
La banque émet un nouveau type de carte de crédit.
Η τράπεζα εκδίδει ένα νέο τύπο πιστωτικής κάρτας.
04
εκφράζω
exprimer ou présenter une idée, une opinion ou une proposition
Παραδείγματα
Il a émis une suggestion intéressante pendant la réunion.
Έκανε μια ενδιαφέρουσα πρόταση κατά τη διάρκεια της συνάντησης.



























