Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
élu
01
εκλεγμένος, επιλεγμένος
qui a été choisi par un vote officiel pour occuper une fonction ou un poste
Παραδείγματα
Le candidat élu a remercié ses électeurs.
Ο εκλεγμένος υποψήφιος ευχαρίστησε τους ψηφοφόρους του.
L'élu
[gender: masculine]
01
εκλεγμένος αξιωματούχος, εκλεγμένος αντιπρόσωπος
une personne qui a été choisie par vote pour occuper une position officielle
Παραδείγματα
L' élu a promis de tenir ses engagements.
Ο εκλεγμένος υποσχέθηκε να τηρήσει τις δεσμεύσεις του.
02
εκλεκτός, επιλεγμένος
une personne choisie ou désignée pour ses qualités exceptionnelles
Παραδείγματα
Les élus de Dieu ont une mission sacrée.
Οι εκλεκτοί του Θεού έχουν μια ιερή αποστολή.



























