Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
échanger
01
ανταλλάσσω, ανταλλάζω
donner quelque chose et recevoir autre chose en retour
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
échange
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
échangeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
échangerai
ενεστώτα μετοχή
échangeant
παθητική μετοχή
échangé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
échangeons
Παραδείγματα
Nous avons échangé quelques mots avant de partir.
Ανταλλάξαμε μερικές λέξεις πριν φύγουμε.
02
ανταλλάσσονται
être donné et reçu entre deux ou plusieurs personnes
Παραδείγματα
Des devises se sont échangées à un taux élevé.
Τα νομίσματα ανταλλάχθηκαν σε υψηλή τιμή.



























