Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
échangeable
01
ανταλλάξιμος, αντικαταστάσιμος
qui peut être remplacé par autre chose ou faire l'objet d'un échange
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus échangeable
συγκριτικός βαθμός
plus échangeable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
échangeable
αρσενικό πληθυντικό
échangeables
θηλυκό ενικό
échangeable
θηλυκό πληθυντικό
échangeables
Παραδείγματα
Ce T - shirt est échangeable en magasin.
Αυτό το μπλουζάκι είναι εναλλάξιμο στο κατάστημα.



























