Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
échanger
01
ανταλλάσσω, ανταλλάζω
donner quelque chose et recevoir autre chose en retour
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
échange
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
échangeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
échangerai
ενεστώτα μετοχή
échangeant
παθητική μετοχή
échangé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
échangeons
Παραδείγματα
Ils ont échangé leurs adresses.
Ανταλλάξανε τις διευθύνσεις τους.
02
ανταλλάσσονται
être donné et reçu entre deux ou plusieurs personnes
Παραδείγματα
Des cadeaux se sont échangés pendant la fête.
Τα δώρα ανταλλάχθηκαν κατά τη διάρκεια του πάρτι.
03
communiquer, partager des paroles, des idées ou des informations avec quelqu'un
Παραδείγματα
Nous avons échangé quelques mots avant son départ.



























