Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vieux
01
παλιός, ηλικιωμένος
qui a beaucoup d'années, qui n'est plus jeune
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus vieux
συγκριτικός βαθμός
plus vieux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
vieil
αρσενικό πληθυντικό
vieux
θηλυκό ενικό
vieille
θηλυκό πληθυντικό
vieilles
Παραδείγματα
Elle travaille avec des personnes vieux à la maison de retraite.
Δουλεύει με ηλικιωμένους ανθρώπους στο γηροκομείο.
02
παλιός, γέρος
qui existe depuis longtemps, qui n'est pas récent
Παραδείγματα
Le village a beaucoup de vieux bâtiments.
Το χωριό έχει πολλά παλιά κτίρια.
03
πρώην, προηγούμενος
qui était là avant, qui n'est plus actuel
Παραδείγματα
Je respecte mes vieux amis d' école.
Σέβομαι τους παλιούς μου φίλους από το σχολείο.
Le vieux
[gender: masculine]
01
γέρος, ηλικιωμένος άνδρας
homme qui a beaucoup d'années, un homme âgé
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
vieux
Παραδείγματα
Le vieux est assis sur un banc au parc.
Ο γέρος κάθεται σε ένα παγκάκι στο πάρκο.
vieux
01
φίλε, ρε
mot utilisé pour s'adresser familièrement à un ami, un copain
Παραδείγματα
T' inquiète pas, vieux, je suis là.
Μην ανησυχείς, φίλε, είμαι εδώ.



























