trouillard
Pronunciation
/tʁujˈaʁ/

Ορισμός και σημασία του "trouillard"στα γαλλικά

trouillard
01

δειλός, φοβισμένος

qui est très peureux, qui manque de courage
trouillard definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus trouillard
συγκριτικός βαθμός
plus trouillard
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
trouillard
αρσενικό πληθυντικό
trouillards
θηλυκό ενικό
trouillarde
θηλυκό πληθυντικό
trouillardes
Παραδείγματα
Les enfants trouillards restent près de leurs parents.
Τα δειλά παιδιά μένουν κοντά στους γονείς τους.
01

δειλός, φοβητσιάρης

personne qui manque de courage, qui a facilement peur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
trouillards
Παραδείγματα
Les trouillards restent souvent en retrait.
Οι δειλοί συχνά μένουν στο παρασκήνιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store