Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le tic
01
τυχαία μυϊκή σύσπαση, ακούσια μυϊκή σύσπαση
mouvement ou contraction musculaire involontaire et répétitif
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tics
Παραδείγματα
Il a un tic qui lui fait cligner des yeux sans cesse.
Έχει ένα τικ που τον κάνει να ανοιγοκλείνει τα μάτια του συνεχώς.
02
τικ, συνήθεια
mouvement ou habitude involontaire et répétitive, souvent nerveuse
Παραδείγματα
Il a un tic amusant qui lui fait claquer la langue quand il réfléchit.
Έχει ένα αστείο τικ που τον κάνει να κάνει κλικ με τη γλώσσα όταν σκέφτεται.



























