Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La tige
01
βλαστός, κορμός
partie allongée d'une plante qui porte les feuilles , les fleurs ou les fruits
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
tiges
Παραδείγματα
La tige de cette fleur est très fragile.
02
ράβδος, άξονας
pièce longue et étroite utilisée comme support ou élément mécanique.
Παραδείγματα
La tige du parapluie est cassée.
Ο μίσχος της ομπρέλας είναι σπασμένος.
03
κοτσάνι, βάση
partie longue et verticale qui sert de support à un objet
Παραδείγματα
La tige de la lampe est en métal.
Ο στέλεχος της λάμπας είναι από μέταλλο.



























