Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La tension
01
ένταση, άγχος
état de stress ou de pression , souvent causé par des conflits ou des difficultés
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
tensions
Παραδείγματα
La tension entre les collègues est palpable au travail.
Η ένταση μεταξύ των συναδέλφων είναι αισθητή στη δουλειά.
02
αρτηριακή πίεση, πίεση αίματος
mesure de la pression exercée par le sang sur les parois des artères
Παραδείγματα
Le médecin a contrôlé la tension du patient.
Ο γιατρός έλεγξε την πίεση του αίματος του ασθενούς.
Λεξικό Δέντρο
distension
hypertension
tension
tense



























