Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rétablir
01
αναρρώνω, ανακτώ την υγεία μου
retrouver la santé après une maladie ou une blessure
Παραδείγματα
Elle se rétablit lentement après son opération.
Αναρρώνει αργά μετά την εγχείρισή της.
02
αποκαθιστώ, επισκευάζω
remettre quelque chose dans son état initial ou fonctionnel
Παραδείγματα
Les techniciens ont rétabli l'électricité en une heure.
Οι τεχνικοί αποκατέστησαν το ρεύμα σε μία ώρα.
03
αποκαθιστώ, επανεγκαθιστώ
remettre une situation sous contrôle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rétablis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rétablissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rétablirai
ενεστώτα μετοχή
rétablissant
παθητική μετοχή
rétabli
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rétablissions
Παραδείγματα
Le médiateur a rétabli la paix entre les deux groupes.
Ο διαμεσολαβητής αποκατέστησε την ειρήνη μεταξύ των δύο ομάδων.
04
αποκαθιστώ, επανενώνω
rouvrir un canal de communication
Παραδείγματα
Nous avons rétabli le contact après des années.
Επαναφέραμε την επαφή μετά από χρόνια.



























