soudre
ʁe
re
soudre
zudʁ
zoodr

Ορισμός και σημασία του "résoudre"στα γαλλικά

résoudre
01

αποφασίζω, επιλύω

prendre une décision ferme après réflexion 
résoudre definition and meaning
Παραδείγματα
Elle a résolu de changer de travail. 
02

επιλύω, λύω

trouver la solution à un problème, une difficulté ou une question 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
résous
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
résolvons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
résoudrai
παθητική μετοχή
résolu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
résolvions
Παραδείγματα
Elle a réussi à résoudre l'équation. 

Κατάφερε να λύσει την εξίσωση.

03

αποφασίζω, αποφασίζω να κάνω κάτι

prendre finalement la décision de faire quelque chose, souvent après hésitation 
Παραδείγματα
Elle s'est enfin résolue à lui parler. 

Τελικά αποφάσισε να του μιλήσει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store