Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
résoudre
01
αποφασίζω, επιλύω
prendre une décision ferme après réflexion
Παραδείγματα
Elle a résolu de changer de travail.
02
επιλύω, λύω
trouver la solution à un problème, une difficulté ou une question
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
résous
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
résolvons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
résoudrai
παθητική μετοχή
résolu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
résolvions
Παραδείγματα
Elle a réussi à résoudre l'équation.
Κατάφερε να λύσει την εξίσωση.
03
αποφασίζω, αποφασίζω να κάνω κάτι
prendre finalement la décision de faire quelque chose, souvent après hésitation
Παραδείγματα
Elle s'est enfin résolue à lui parler.
Τελικά αποφάσισε να του μιλήσει.



























