Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
résoudre
01
αποφασίζω, επιλύω
prendre une décision ferme après réflexion
Παραδείγματα
Après une longue hésitation, elle a résolu d' accepter l' offre.
02
επιλύω, λύω
trouver la solution à un problème, une difficulté ou une question
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
résous
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
résolvons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
résoudrai
παθητική μετοχή
résolu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
résolvions
Παραδείγματα
J' essaie de résoudre ce mystère depuis des semaines.
Προσπαθώ να λύσω αυτό το μυστήριο εδώ και εβδομάδες.
03
αποφασίζω, αποφασίζω να κάνω κάτι
prendre finalement la décision de faire quelque chose, souvent après hésitation
Παραδείγματα
Elle ne s' est pas encore résolue à accepter la situation.
Δεν έχει αποφασίσει ακόμη να δεχτεί την κατάσταση.



























