la réduction
réduction
ʁedʏksjɔ̃
reduksyaw
réactionréfectionrédactionrésection

Ορισμός και σημασία του "réduction"στα γαλλικά

01

έκπτωση, μείωση

diminution du prix d'un produit ou d'un service 
la réduction definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
réductions
Παραδείγματα
La réduction sur ce produit est de 20 %. 

Η έκπτωση σε αυτό το προϊόν είναι 20%.

02

μείωση, ελάττωση

action de diminuer la quantité, la taille ou l'intensité de quelque chose 
la réduction definition and meaning
Παραδείγματα
La réduction des dépenses est nécessaire. 

Η μείωση των δαπανών είναι απαραίτητη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store