citer
ʁe
re
ci
si
si
ter
te
te
baraquéaffoleramarrerflatter

Ορισμός και σημασία του "réciter"στα γαλλικά

réciter
01

απαγγέλλω, αναφέρω από μνήμης

dire à haute voix un texte appris par cœur 
réciter definition and meaning
Παραδείγματα
L'élève a récité un poème devant la classe. 

Ο μαθητής απαγγείλε ένα ποίημα μπροστά στην τάξη.

02

απαγγέλλω, αναφέρω

dire un texte avec une intention artistique 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
récite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
récitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
réciterai
ενεστώτα μετοχή
récitant
παθητική μετοχή
récité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
récitions
Παραδείγματα
L'acteur récite son monologue avec intensité. 

Ο ηθοποιός απαγγέλλει τον μονόλογό του με ένταση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store