Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
réciter
01
απαγγέλλω, αναφέρω από μνήμης
dire à haute voix un texte appris par cœur
Παραδείγματα
L'élève a récité un poème devant la classe.
Ο μαθητής απαγγείλε ένα ποίημα μπροστά στην τάξη.
02
απαγγέλλω, αναφέρω
dire un texte avec une intention artistique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
récite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
récitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
réciterai
ενεστώτα μετοχή
récitant
παθητική μετοχή
récité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
récitions
Παραδείγματα
L'acteur récite son monologue avec intensité.
Ο ηθοποιός απαγγέλλει τον μονόλογό του με ένταση.



























