Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
réciter
01
απαγγέλλω, αναφέρω από μνήμης
dire à haute voix un texte appris par cœur
Παραδείγματα
Les enfants récitent leurs prières chaque soir.
Τα παιδιά απαγγέλλουν τις προσευχές τους κάθε βράδυ.
02
απαγγέλλω, αναφέρω
dire un texte avec une intention artistique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
récite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
récitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
réciterai
ενεστώτα μετοχή
récitant
παθητική μετοχή
récité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
récitions
Παραδείγματα
Ce poète récite ses textes en musique.
Αυτός ο ποιητής απαγγέλλει τα κείμενά του με μουσική.



























