Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le réchauffement
[gender: masculine]
01
θέρμανση, αναθέρμανση
action ou effet de devenir plus chaud
Παραδείγματα
On observe un réchauffement progressif depuis plusieurs années.
Παρατηρείται μια σταδιακή θέρμανση εδώ και αρκετά χρόνια.



























