Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
roucouler
01
κουδουνίζω, κοκκυρίζω
pousser le cri doux d'un pigeon ou d'une tourterelle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
roucoule
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
roucoulons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
roucoulerai
παθητική μετοχή
roucoulé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
roucoulions
Παραδείγματα
Même la tourterelle femelle roucoule en voyant son compagnon.
Ακόμη και η θηλυκή τριγόνι κουρνιάζει όταν βλέπει τον σύντροφό της.
02
κοκκυρίζω, μιλώ τρυφερά
parler doucement et affectueusement à quelqu'un
Παραδείγματα
Le jeune homme roucoule à sa compagne en souriant.
Ο νεαρός άνδρας κουδουνίζει στη σύντροφό του χαμογελώντας.
03
κουδουνίζω, τραγουδώ απαλά
chanter ou gazouiller d'une voix douce et amoureuse
Παραδείγματα
Le chanteur roucoule doucement les paroles de sa chanson.
Ο τραγουδιστής κουδουνίζει απαλά τους στίχους του τραγουδιού του.



























