Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
roucouler
01
κουδουνίζω, κοκκυρίζω
pousser le cri doux d'un pigeon ou d'une tourterelle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
roucoule
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
roucoulons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
roucoulerai
παθητική μετοχή
roucoulé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
roucoulions
Παραδείγματα
Le pigeon roucoule sur le toit.
Το περιστέρι κουκουβιάζει στη στέγη.
02
κοκκυρίζω, μιλώ τρυφερά
parler doucement et affectueusement à quelqu'un
Παραδείγματα
Le couple roucoule dans le parc.
Το ζευγάρι κουδουνίζει στο πάρκο.
03
κουδουνίζω, τραγουδώ απαλά
chanter ou gazouiller d'une voix douce et amoureuse
Παραδείγματα
Le rossignol roucoule au lever du soleil.
Ο αηδόνι κουδουνίζει στην ανατολή του ηλίου.



























