Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le rez-de-chaussée
01
ισόγειο, πρώτος όροφος
étage d'un bâtiment situé au niveau du sol
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rez-de-chaussée
Παραδείγματα
Le rez-de-chaussée est accessible aux personnes handicapées.
Το ισόγειο είναι προσβάσιμο για άτομα με αναπηρία.



























