le rez-de-chaussée
Pronunciation
/ʀed(ə)ʃose/

Ορισμός και σημασία του "rez-de-chaussée"στα γαλλικά

Le rez-de-chaussée
01

ισόγειο, πρώτος όροφος

étage d'un bâtiment situé au niveau du sol
le rez-de-chaussée definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rez-de-chaussée
Παραδείγματα
Le rez-de-chaussée est accessible aux personnes handicapées.
Το ισόγειο είναι προσβάσιμο για άτομα με αναπηρία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store