Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
retoucher
01
ρετουσάρω, διορθώνω ελαφρά
modifier légèrement pour améliorer une image, photo ou peinture
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
retouche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
retouchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
retoucherai
ενεστώτα μετοχή
retouchant
παθητική μετοχή
retouché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
retouchions
Παραδείγματα
Elle retouche ses photos avant de les publier.
Αυτή ρετουσάρει τις φωτογραφίες της πριν τις δημοσιεύσει.
02
διορθώνω, ρετουσάρω
apporter de petites modifications pour améliorer ou corriger quelque chose
Παραδείγματα
Elle retouche le texte avant de l'envoyer au directeur.
Διορθώνει το κείμενο πριν το στείλει στον διευθυντή.



























