Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ressentir
01
αισθάνομαι, βιώνω
percevoir ou éprouver une émotion, une sensation ou un sentiment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ressens
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
ressentons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
ressentirai
ενεστώτα μετοχή
ressentant
παθητική μετοχή
ressenti
α΄ πληθυντικό παρατατικού
ressentions
Παραδείγματα
Elle ressent de la joie en retrouvant ses amis.
Αυτή νιώθει χαρά όταν συναντά τους φίλους της.
02
αισθάνομαι, βιώνω
vivre ou subir une expérience difficile ou douloureuse
Παραδείγματα
Elle ressent beaucoup de souffrance après la perte de son chien.
Αυτή νιώθει πολλή δυστυχία μετά την απώλεια του σκύλου της.
03
αισθάνομαι, επηρεάζομαι
être affecté par quelque chose, en subir les effets
Παραδείγματα
La fatigue se ressent après une longue journée de travail.
Η κούραση αισθάνεται μετά από μια μεγάλη μέρα δουλειάς.



























