Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
respirer
01
αναπνέω, παίρνω αέρα
absorber de l'air par les poumons, prendre de l'air pour vivre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
respire
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
respirons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
respirerai
ενεστώτα μετοχή
respirant
παθητική μετοχή
respiré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
respirions
Παραδείγματα
Le bébé respire doucement pendant son sommeil.
Το μωρό αναπνέει απαλά κατά τη διάρκεια του ύπνου.



























