respirer
respirer
ʁɛspiʁe
respire

Ορισμός και σημασία του "respirer"στα γαλλικά

respirer
01

αναπνέω, παίρνω αέρα

absorber de l'air par les poumons, prendre de l'air pour vivre 
respirer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
respire
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
respirons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
respirerai
ενεστώτα μετοχή
respirant
παθητική μετοχή
respiré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
respirions
Παραδείγματα
Il faut respirer profondément pour se calmer. 

Πρέπει να αναπνέεις βαθιά για να ηρεμήσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store