Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
renverser
01
αναποδογυρίζω, ανατρέπω
mettre quelque chose dans une position inversée, changer le sens ou la position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
renverse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
renversons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
renverserai
ενεστώτα μετοχή
renversant
παθητική μετοχή
renversé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
renversions
Παραδείγματα
Il a renversé le livre pour lire la dernière page.
Ανέτρεψε το βιβλίο για να διαβάσει την τελευταία σελίδα.
02
πατώ, χτυπώ
heurter quelqu'un avec un véhicule et le faire tomber
Παραδείγματα
Le chauffeur a renversé un piéton dans la rue.
Ο οδηγός χτύπησε έναν πεζό στο δρόμο.
03
χύνω, αναποδογυρίζω
faire tomber quelque chose ou verser un liquide par accident
Παραδείγματα
Il a renversé son verre de jus par terre.
Έχυσε το ποτήρι του με χυμό στο πάτωμα.
04
ανατρέπω, καταλύω
faire tomber un pouvoir, un gouvernement ou une personne en position d'autorité
Παραδείγματα
Le peuple a renversé le gouvernement.
Ο λαός ανέτρεψε την κυβέρνηση.
05
ακουμπάω πίσω, γέρνω προς τα πίσω
s'appuyer en arrière ou se pencher en arrière
Παραδείγματα
Il se renversa sur sa chaise et se mit à réfléchir.
Ακούμπησε προς τα πίσω στην καρέκλα του και άρχισε να σκέφτεται.
06
αναποδογυρίζω, γκρεμίζω
tomber ou basculer en arrière ou sur le côté
Παραδείγματα
La voiture s'est renversée sur la route.
Το αυτοκίνητο ανατράπηκε στο δρόμο.



























