Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le rendez-vous
[gender: masculine]
01
ραντεβού, συνάντηση
moment fixé pour rencontrer quelqu'un
Παραδείγματα
Il est arrivé en retard à son rendez-vous.
Έφτασε αργά στο ραντεβού του.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ραντεβού, συνάντηση