le rendez-vous
Pronunciation
/ʀɑ̃devu/

Ορισμός και σημασία του "rendez-vous"στα γαλλικά

Le rendez-vous
01

ραντεβού, συνάντηση

moment fixé pour rencontrer quelqu'un
le rendez-vous definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rendez-vous
Παραδείγματα
Il est arrivé en retard à son rendez-vous.
Έφτασε αργά στο ραντεβού του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store