Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
remarquer
01
παρατηρώ, παρακολουθώ
observer ou prêter attention à quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
remarque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
remarquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
remarquerai
ενεστώτα μετοχή
remarquant
παθητική μετοχή
remarqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
remarquions
Παραδείγματα
J'ai remarqué une tache sur ta chemise.
Παρατήρησα έναν λεκέ στο πουκάμισό σου.
02
επισημαίνω, τονίζω
signaler ou attirer l'attention sur un détail ou un fait
Παραδείγματα
Le professeur a remarqué l'effort de l'élève.
Ο δάσκαλος παρατήρησε την προσπάθεια του μαθητή.



























