Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
refaire
01
επισκευάζω, ανακατασκευάζω
réparer, reconstruire ou rénover quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
refais
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
refaisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
referai
ενεστώτα μετοχή
refaisant
παθητική μετοχή
refait
α΄ πληθυντικό παρατατικού
refaisions
Παραδείγματα
Après l' incendie, tout a dû être refait.
Μετά την πυρκαγιά, όλα έπρεπε να ξαναγίνουν.



























