refaire
refaire
ʁəfaɛ̯ʁ
rēfaer
repaire

Ορισμός και σημασία του "refaire"στα γαλλικά

refaire
01

επισκευάζω, ανακατασκευάζω

réparer, reconstruire ou rénover quelque chose 
refaire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
refais
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
refaisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
referai
ενεστώτα μετοχή
refaisant
παθητική μετοχή
refait
α΄ πληθυντικό παρατατικού
refaisions
Παραδείγματα
Il faut refaire la toiture après la tempête. 

Πρέπει να ξαναφτιάξουμε τη στέγη μετά τη θύελλα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store